Για δεκαετίες, η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα ταυτιζόταν με τη δικαστική αντιπαράθεση. Οι οφειλέτες, ιδιώτες και επιχειρήσεις και οι πιστωτές εγκλωβίζονταν σε μακροχρόνιες δικαστικές διαδικασίες με υψηλό κόστος, υπό καθεστώς μεγάλης αβεβαιότητας και συχνά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα τελικά. Η λογική της σύγκρουσης κυριαρχούσε εις βάρος τόσο της οικονομίας όσο και της κοινωνικής συνοχής. Το παραδοσιακό μοντέλο βασιζόταν σε αντιπαραθέσεις όπου ενώ ο οφειλέτης αναζητούσε προστασία της περιουσίας του, ο πιστωτής επιδίωκε αναγκαστική εκτέλεση, οδηγώντας σε παρατεταμένες και κοστοβόρες συγκρούσεις χωρίς πραγματικούς νικητές. Οι οφειλέτες εξαντλούνταν οικονομικά και ψυχολογικά, οι πιστωτές έβλεπαν τις εισπράξεις να καθυστερούν και τα δικαστήρια υπερφορτώνονταν.
Η έλευση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών σηματοδοτεί μια βαθιά θεσμική μετατόπιση στην πραγματικότητα. Δεν πρόκειται απλώς για ένα νέο νομικό εργαλείο αναδιάρθρωσης χρέους, αλλά για ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας με μετάβαση από τη δικαστική διαμάχη στη συναινετική λύση, από την «τιμωρητική» προσέγγιση στη συνεργασία και από την αβεβαιότητα στη βιωσιμότητα. Η διαδικασία εισάγει, λοιπόν, ένα πλαίσιο διαλόγου και συνεννόησης, όπου προκρίνεται η συνεργασία και η ρεαλιστική ρύθμιση αντί της αντιπαράθεσης και της αβεβαιότητας.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της νέας προσέγγισης είναι η καλλιέργεια ενός πολιτισμού πληρωμών και υπευθυνότητας. Ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως παραβάτης, αλλά ως οικονομικός δρών που επιθυμεί και μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ανταποκριθεί στις οφειλές του. Οι πιστωτές από την πλευρά τους, καλούνται να αξιολογούν ρεαλιστικά τη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλετών και να αποδέχονται συμβιβαστικές λύσεις που εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον. Οι ρυθμίσεις δεν προκύπτουν, με άλλα λόγια, πλέον μετά από πίεση ή εκβιασμό, αλλά έπειτα από αντικειμενική αξιολόγηση εισοδημάτων, περιουσίας και δυνατοτήτων αποπληρωμής με βάση τα πάγια έξοδα του νοικοκυριού, ενισχύοντας την υπευθυνότητα και αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών.
Η υπαγωγή στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό έχει πολλαπλά οφέλη. Καταρχάς, αποσυμφορεί τη Δικαιοσύνη, καθώς υποθέσεις που στο παρελθόν θα κατέληγαν σε πολυετείς δικαστικούς αγώνες, σήμερα επιλύονται εξωδικαστικά, γρήγορα και αποτελεσματικά. Τα δικαστήρια παραμένουν μεν ο θεματοφύλακας των δικαιωμάτων, αλλά η εξωδικαστική διαδικασία λειτουργεί ως η πρώτη, πιο γρήγορη και ώριμη επιλογή, πριν η σύγκρουση φτάσει σε αδιέξοδο. Η ψηφιακή φύση του μηχανισμού, λόγω του ότι πρόκειται για ψηφιακή πλατφόρμα βασισμένη σε αλγόριθμο, ενισχύει τη διαφάνεια, μειώνει την αυθαιρεσία και εξασφαλίζει ίση μεταχείριση όλων των οφειλετών δημιουργώντας ένα κοινό πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
Η μετάβαση από τη δικαστική αντιπαράθεση στη συναινετική λύση έχει και ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός συμβάλλει στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, αποτρέποντας την οικονομική περιθωριοποίηση φυσικών προσώπων, την απώλεια περιουσίας και τη διάλυση των επιχειρήσεων. Παράλληλα, ενισχύει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και δημιουργεί συνθήκες υγιούς οικονομικής επανεκκίνησης για τους οφειλέτες. Όταν τα χρέη, λοιπόν, ρυθμίζονται ρεαλιστικά, η οικονομία κατά συνέπεια «αναπνέει» , ενώ οι πολίτες αισθάνονται ότι διασφαλίζουν την περιουσία και την αξιοπρέπεια τους.
Η ψηφιακή πλατφόρμα του Εξωδικαστικού Μηχανισμού αλλάζει ριζικά τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι οικονομικές διαφορές. Ο οφειλέτης δεν χρειάζεται να επισκέπτεται υπηρεσίες ή να ανταλλάσσει έντυπα δικαιολογητικά και γενικώς να αντιμετωπίζει συνθήκες γραφειοκρατίας. Η συγκέντρωση των οικονομικών στοιχείων γίνεται ηλεκτρονικά και αυτόματα, ενώ η αυτοματοποιημένη αυτή φύση της διαδικασίας μειώνει δραστικά τον χρόνο αναμονής και εξέτασης της κάθε περίπτωσης, περιορίζει την υποκειμενική κρίση και εξασφαλίζει ίση μεταχείριση. Το αποτέλεσμα είναι σημαντική μείωση κόστους για όλους τους εμπλεκόμενους, ταχύτερη ρύθμιση για τον οφειλέτη και ταχύτερη εκπλήρωση των απαιτήσεων για τους πιστωτές.
Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός έχει, επιπρόσθετα, σημαντική κοινωνική διάσταση. Προστατεύει τα ευάλωτα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αποτρέποντας την απώλεια της περιουσίας και τον περιορισμό, αν όχι και παύση, της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση των οφειλών γίνεται εργαλείο κοινωνικής ένταξης και όχι αποκλεισμού, ενώ η διαδικασία ενισχύει την αυτοπεποίθηση και ψυχική ηρεμία των πολιτών και αποκαθιστά τη σχέση τους με τους θεσμούς. Μέσα από συναινετικές και βιώσιμες ρυθμίσεις, περιορίζεται η κοινωνική πόλωση και ενισχύεται η εμπιστοσύνη στο οικονομικό και το τραπεζικό σύστημα, δημιουργώντας ένα σταθερότερο και ανθεκτικό οικονομικό περιβάλλον για όλους.
Η αποτελεσματικότητα του Εξωδικαστικού Μηχανισμού μετριέται τόσο σε οικονομικούς όρους όσο και σε κοινωνικό αντίκτυπο. Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ενισχύει τη ρευστότητα των τραπεζών, επιτρέπει τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων και υποστηρίζει τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η κοινωνική συνοχή ενισχύεται, καθώς η ρύθμιση των χρεών γίνεται δίκαιη, βιώσιμη και χωρίς στιγματισμό για τους οφειλέτες, συμβάλλοντας, κατά συνέπεια, στην οικονομική και κοινωνική ανθεκτικότητα της χώρας.
Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός δεν είναι πάντα το κατάλληλο μέσο αντιμετώπισης του χρέους για όλους. Μια εναλλακτική είναι η πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων της Εφορίας και των Ασφαλιστικών Ταμείων που είναι διαθέσιμη σε όλους τους οφειλέτες και για την οποία δεν απαιτείται η αξιολόγηση της βιωσιμότητας. Επιπλέον, η υπαγωγή στον Πτωχευτικό Κώδικα είναι μια δεύτερη εναλλακτική όπως και τρίτον η απευθείας διαπραγμάτευση με τις τράπεζες, τα funds και του servicers.
Τελικά, ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός δεν είναι μόνο ένα εργαλείο διαχείρισης χρέους, αλλά έκφραση μιας νέας φιλοσοφίας και κουλτούρας. Προάγει τη συνεργασία αντί της σύγκρουσης, τη βιωσιμότητα αντί της τιμωρίας, και την αποτελεσματικότητα αντί της καθυστέρησης. Σε μια χώρα που έχει δοκιμαστεί έντονα από την κρίση χρέους, ο μηχανισμός αυτός ανοίγει τον δρόμο για ένα πιο σύγχρονο, δίκαιο και αποτελεσματικό μοντέλο οικονομικής διακυβέρνησης και εξυγίανσης το οποίο υπηρετεί τόσο την οικονομία όσο και την κοινωνία.



